Η Ρουπακιά είναι ένα χωριό της Ηλείας το οποίο συνδυάζει βουνό και θάλασσα.Το όνομά της πιθανότατα προήλθε από το "ρουπάκι" το οποίο είναι είδος βελανιδιάς(συνήθως θαμνώδης) και ίσως να υπήρχαν στο παρελθόν πολλές βελανιδιές.Οι κάτοικοί της ασχολούνται με την κτηνοτροφία αλλά και την γεωργία.Βρίσκεται σε ιδανικό σημείο αφού από τη μία βρίσκεται κοντά στη φύση αλλά από την άλλη απέχει μόλις 30 χιλιόμετρα από την Αμαλιάδα.

ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Υψόμετρο:121 μ.

Τοπ.Διαμέρισμα:Τ.Δ Βελανιδίου

Δήμος:Ήλιδας

Έδρα Δήμου:Αμαλιάδα

Περιφ.Ενότητα:Ηλείας

Πρώην(Καποδιστριακός) Δήμος: Πηνείας


          «ΕΝΑΣ ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΟΣ ΜΠΟΥΣΟΥΛΑΣ ΓΙΑ 

  • αγκωνάρι=μεγάλη πέτρα,γωνία σπιτιού
  • αλάργα=μακριά
  • αμπολάω=αφήνω
  • απάγκιο=μέρος  χωρίς αέρα 
  • απίδι=αχλάδι
  • αράδα=σειρά
  • αργιόλι=κόσκινο
  • βάβα=γιαγιά
  • βίκα=στάμνα
  • γιούκος=στοίβα από ρούχα 
  • γκανιάζω=διψάω
  • γουρμάζω=ωριμάζω
  • γουρμακιά=κατακεφαλιά
  • γράνα=χαντάκι 
  • εδωπαλιαχάμω,εδεφτούλιανες=εδώ,σε αυτό 
  • έντοσα=ξέσφιξα
  • εφτού=εκεί 
  • εφτούνο=αυτό
  • το σημείο
  • ζεμπερέκια=πόμολα της πόρτας
  • ζουλάπι=άγριο ζώο,πονηρός άνθρωπος
  • ήσαντε=ήταν
  • θέλουτε=θέλετε
  • καλικούτσα=παίρνω κάποιον στην πλάτη
  • καπονέρα=μικρό καλάθι για τη φύλαξη νεοσσών
  • καρδάρα=δοχείο
  • καταραμμένα=τα ποντίκια
  • κατσικώθηκε=κάθεται και δε φεύγει
  • κατώι=υπόγειο δωμάτιο
  • κατρούτσο=δοχείο για κρασί
  • κατσιμπούλα=νυχτοπεταλούδα
  • κατσιφάρα=ομίχλη,σκόνη,καταχνιά
  • κρησάρα=λεπτό κόσκινο,σίτα
  • κολοφωτιά=πυγολαμπίδα
  • λάλας=αδελφός 
  • λούμπα=γούβα νερό
  • μακαροτσίνι=μακαρονάκι κοφτό
  • μαλαγουρεύω=χα’ι’δεύω 
  • μαρτίνι=κατσίκι 
  • μασουλάω=μασάω 
  • ματζέτο=λουλούδι στο πέτο
  • μαυλάω=έλκω,καλώ 
  • μισοφόρι=γυναικείο εσώρουχο 
  • μούργα=κατακάθι λαδιού
  • μουστρήθηκα=πασαλίφθηκα
  • μπάκα=κοιλιά 
  • μπακράτσα=μεταλλικό δοχείο για γάλα
  • μπαμπουλώνομαι=φοράω πολλά ρούχα
  • μποκιέ=μπουκέτο,ανθοδέσμη
  • μπουχίζω=καταβρέχω
  • μπροστέλα=ποδιά
  • νόνα=γιαγιά

 

ΕΝΑΝ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ ΣΤΗ ΡΟΥΠΑΚΙΑ» 

  • νταβάς=στρογγυλό ταψί χάλκινο
  • ντώσε=χαλάρωσε
  • ολούθε=παντού
  • παπίτσα=σίδερο με κάρβουνο
  • πατούρα=γεμάτο
  • πελεκάω=χτυπάω
  • πιλαλάω=τρέχω
  • πουντιάζω=κρυώνω
  • ποριά=πόρτα
  • πορτόνι=η πόρτα της αυλής
  • προγκάω=διώχνω
  • ροβολάω=κατεβαίνω
  • ρούγα=γειτονιά
  • ρουπώνω=χορταίνω
  • σάγουρο=εξανθήματα
  • σαλαγάω=διώχνω
  • σάματις=μήπως
  • σαπέρα=πήγαινε πέρα
  • σάρωμα=σκούπα
  • σάψαλο=σάπιο
  • σβώλος=μικροκαμμωμένος
  • σγαρλίζω=σκάβω το χώμα
  • σγρουμπούλι=ογκίδιο
  • σκαρίζω=βγαίνω
  • σούγλος=κουβάς,καλάθι
  • σουμιές-σομιές=το δικτυωτό συρμάτινο πλέγμα ενός κρεβατιού πάνω στο οποίο ακουμπά το στρώμα
  • σουραύλι=στενό
  • σουράω=σφυρίζω
  • σοφράς=χαμηλό τραπέζι
  • στουμπάρι=σκράπας-βλάκας
  • στρεκλάω=σκοντάφτω
  • συμπράγκαλα=εργαλεία
  • συνταυλάω=μαζεύω τα ξύλα στη φωτιά
  • σφόρδακλας=βάτραχος
  • τανιέμαι=σφίγγομαι
  • τέμπλα=ξύλινη βέργα
  • τηράω=βλέπω
  • τίλωσα=χόρτασα
  • τουρλώνω=φουσκώνω
  • τουρλόκολα=ανάποδα
  • τράστο-ταγάρι-τσάντα
  • τρίτσα=καλοκαιρινό καπέλο,ψάθα
  • τσάτσα=αδερφή
  • τσίτσηρας=τζιτζίκι
  • τσουράπι=κάλτσα
  • τσουτσουρώνω=αγριεύω
  • φαραόνι=η φραγόκοτα
  • φιότσος=βαφτισινιός
  • φλομώνω=ζαλίζω
  • χάμω=κάτω
  • χοντρομενούδελο=σούπα με φιδέ
  • χούνη=στενός χώρος